Υμείς εστέ το Φως του Κόσμου

Υμείς εστέ το Φως του Κόσμου
Σπείρεται φθαρτόν, θα φυτρώσει Άφθαρτον

Παρασκευή 27 Ιουνίου 2014

Η μετά θάνατον Ζωή

Βρισκόμαστε σε αμηχανία όταν ένα παιδάκι μας ρωτήσει, «Τι σημαίνει θάνατος;» Δεν αποτολμούμε να του μιλήσουμε για το θάνατο. Όχι μόνο φοβόμαστε το θάνατο, αλλά και επαναστατούμε στη σκέψη ότι κάποιο αγαπημένο μας πρόσωπο πεθαίνει. Ο θάνατος είναι ο κοινός εχθρός όλων των ανθρώπων.
Τότε, ποια είναι η απάντηση στη σκληρή ερώτηση σχετικά με το θάνατο; Οι άνθρωποι γεννιούνται απλώς για να πεθάνουν; Ο θάνατος είναι το τέλος της ιστορίας; Ποια είναι η πείρα αυτών που κατεβαίνουν στον τάφο; Μπορούμε να τους βοηθήσουμε; Μπορούμε να μιλήσουμε μαζί τους; Θα ξαναδούμε τους αγαπημένους μας που πέθαναν; Πού είναι τώρα οι νεκροί;


«Τι λοιπόν; Της ζωής μας το σύνορο θα το δείχνει ένα ορθό κυπαρίσσι; /κι απ’ ό,τι είδαμε, ακούσαμε, αγγίξαμε, τάφου γη θα μς έχει χωρίσει;…/ Μήπως ό,τι θαρρούμε βασίλεμα, γλυκοχάραγμα αυγής είναι πέρα; /Κι αντί ναρθει μια νύχτα αξημέρωτη ξημερώνει μια αβράδιαστη μέρα; Γ. Δροσίνης
Ο άγιος απόστολος Παύλος μας διαφωτίζει: Δεν θέλουμε, αδελφοί, να αγνοείτε τι θα συμβεί με τους κεκοιμημένους, για να μη λυπάσθε και απελπίζεσθε, όπως οι άπιστοι. Δεν γράφει «νεκρούς», αλλά «κεκοιμημένους». Κοιμούνται τώρα τον ύπνο του θανάτου· θα έλθει όμως η ώρα που με πρόσταγμα Κυρίου, με αρχαγγελική φωνή θα ξυπνήσουν, θα αναστηθούν για να συναντήσουμε όλοι στον αέρα τον Κύριο (Α’ Θες. Δ’ 13-18).
Όταν λέμε ανάσταση νεκρών, γράφει ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός, εννοούμε «την ανάστασιν των σωμάτων». «Διότι η ψυχή είναι αθάνατη, δεν έχει πεθάνει (το πίστευα, είπαμε, και οι αρχαίοι) και δεν γίνεται λόγος για ανάσταση ψυχής, αφού δεν είχε νεκρωθεί. Και αφού ο θάνατος, συνεχίζει ο Άγιος, είναι χωρισμός της ψυχής από το σώμα, ανάσαση είναι η ένωση και πάλι της ψυχής με το σώμα. Το ίδιο το σώμα που διαλύθηκε στον τάφο θα αναστηθεί άφθαρτο και θα ενωθεί με την ψυχή του σε νέα ζωή». (ΕΠΕ 1, 558-560).
Βέβαια αυτό μας φαίνεται κάπως αδύνατο. Δεν το χωρεί το φτωχό μυαλό μας, πώς το σώμα μας, που έγινε χώμα, θα αναστηθεί και πάλι. Γι’ αυτό ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος μας βοηθεί να ξεπεράσουμε τη δυσκολία της απορίας μας λέγοντας: «Σκέψου, άνθρωπε, πώς σε έπλασε εξ αρχής ο Θεός και μην αμφιβάλλεις πλέον για την ανάσταση. Χώμα από τη γη δεν πήρε και σε έπλασε; Και είναι δύσκολο λοιπόν σ’ Εκείνον πάλι από το χώμα να σε αναπλάσει και να κάμει άφθαρτο;»

Ο Θεός σχεδιάζει θαυμάσιες συναντήσεις. Μωρά θα επιστραφούν στους εκστατικούς γονείς. Ανδρόγυνα θα αγκαλιαστούν. Όλοι οι σκληροί χωρισμοί στη ζωή θα εξαλειφθούν με τη συνάντηση και ανύψωσή μας στο ουρανό. Στ’ αλήθεια «κατεπόθη ο θάνατος εν νίκη» (Α΄ Κορινθίους [ιε΄] 15:54).

Πέμπτη 26 Ιουνίου 2014

Εξόδιος Ακολουθία

Με τον όρο γενικά κηδεία ονομάζεται το σύνολο εκείνο των φροντίδων και τελετών που γίνονται μετά το θάνατο κάποιου από την οικογένεια και την κοινότητά του. Ετυμολογικά η λέξη προέρχεται από το ρήμα «κήδομαι» που σημαίνει στη νεοελληνική φροντίζω, επιμελούμαι. Παράγωγες επίσης λέξεις ο κηδεμών, η κηδεμονία, ο επικήδειος.
Η κηδεία στους αρχαίους Έλληνες από την ομηρική εποχή περιελάμβανε την πρόθεση, την εκφορά, την ταφή και τον περίδειπνο. Στις περισσότερες περιπτώσεις, αυτή η διαδικασία ακολουθείται στην Ελλάδα πιστά μέχρι και σήμερα. Πρόθεση ήταν η εναπόθεση του στολισμένου νεκρού στη νεκρική κλίνη και η θρηνωδία των οικείων του. Στην εποχή μας ο νεκρός κείται σε φέρετρο, το οποίο είναι ανοιχτό σύμφωνα με την παράδοση, εκτός από τις περιπτώσεις που δεν το επιτρέπει η κατάσταση του πτώματος. Ο νεκρός «φυλάσσεται» από τους οικείους όλο το βράδυ πριν την ταφή, ιεροτελεστία που επιβάλλονταν από την λαϊκή σκέψη και διατηρείται ως σήμερα, το λεγόμενο ξενύχτι. Σημαντικό κομμάτι της ελληνικής παράδοσης είναι το μοιρολόι, τα θλιβερά δηλαδή τραγούδια που τραγουδούσαν οι οικείοι του νεκρού μαζί με τη μοιρολογίστρα, επάγγελμα που έχει πια εκλείψει.
Η εκφορά ήταν η μετά την πρόθεση τελετή της μεταφοράς της σορού του νεκρού από την οικία του στον τόπο της ταφής του. Στην εποχή μας παρεμβάλλεται ως ενδιάμεσος σταθμός η εκκλησία, όπου ακολουθείται ειδική λειτουργία, η νεκρώσιμη ή η επίσης ονομαζόμενη εξόδιος ακολουθία, μπροστά στο φέρετρο. Σύμφωνα με τον αρχαίο νόμο η νεκρική πομπή έπρεπε να περάσει από τους δρόμους της πόλης σιωπηλά. Η ταφή ήταν η τελετή του ενταφιασμού ή της καύσης και της εναπόθεσης των οστών σε τύμβο. Συνήθως αγαπημένα αντικείμενα τοποθετούνταν στο φέρετρο "για να τα πάρει μαζί του" ο νεκρός ενώ σε κάποιες περιοχές νομίσματα ή λίρες αποτίθενται στα χέρια ή στα μάτια του νεκρού ή απλώς μέσα στο φέρετρο ως ναύλα για τον Χάρο. Ο τελευταίος ασπασμός από τα αγαπημένα πρόσωπα δίδεται στο νεκροταφείο πριν κλείσει το φέρετρο.
Ο Κικέρωνας περιγράφει τη συνήθεια να φυτεύονται λουλούδια στο σημείο της ταφής ώστε να αγαλλιάσει η ψυχή του νεκρού και να εξαγνιστεί το έδαφος, συνήθεια που επιβιώνει ως σήμερα. Μετά την ταφή οι πενθούντες επιστρέφουν στο σπίτι του νεκρού για το περίδειπνο, το δείπνο της παρηγοριάς, που συνοδεύεται από τον καφέ της παρηγοριάς (τούρκικος/ελληνικός) που σερβίρεται με κονιάκ και παξιμάδια.